Πε. Ιαν 23rd, 2020

Γρίπος Ή Κρόκος Ή Πεζότρατα Ή Κωλοβρέχτης Ή Μπραγάνι…

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος απεικόνισε με την μοναδική του περιγραφική δύναμη το είδος της παράκτιας αλιείας που το γνωρίζουμε με το όνομα Γρίπος, ή Γριπάκι ή Κρόκος ή Πεζότρατα ή Κωλοβρέχτης ή Μπραγάνι ή Γούντουλα. Κάθε περιοχή το ονομάζει διαφορετικά. Στα Χανιά το ονομάζουν Κωλοβρέχτη, στον Πόρο, Κρόκο, στη Λυγιά, Μπραγάνι, στη Λευκίμη, Γούντουλα. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο βιβλίο του “Της Κοκόνας το σπίτι” αναφέρει και για τον γρίπο, αλλά και για τους γριπάρηδες, δηλαδή αυτούς που εργάζονται στον γρίπο:
“Ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ πῶς νὰ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα, ἐκείνην τὴν χρονιά. Ἦτο συνήθως ἄεργος, καὶ οἱ τεμπέλικες μικροδουλειές, τὰς ὁποίας ἐξετέλει κάποτε, πότε κουβαλῶν νερὸ μὲ τὴν στάμναν εἰς τὰς οἰκίας, πότε ὑπηρετῶν τοὺς κηπουρούς, τοὺς ἁλωνιστὰς καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν ἐλαιοτριβείων, πότε βοηθῶν τοὺς γριπάρηδες εἰς τὴν ἀνέλκυσιν τοῦ μακροῦ ἀτελειώτου γρίπου ἐπὶ τῆς μεγάλης ἄμμου εἰς τὸν αἰγιαλόν, δὲν τὸν εἶχαν «σηκώσει» κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τί νὰ κάμῃ; Πῶς νὰ περάσῃ, τέτοια χρονιάρα μέρα; Τί ἐσοφίσθη;”

Ο Γρίπος είναι διχτυωτό συρόμενο εργαλείο, που αποτελείται από δύο παράλληλα δίχτυα ή μπάντες, όπως αλλιώς τις ονομάζουν οι ψαράδες, οι οποίες συνδέονται με δίχτυ σε σχήμα σάκου. Το αλιευτικό εργαλείο ρίχνεται από βάρκα στη θάλασσα σε περιοχές με βυθό που δεν έχει βράχια και τραβιέται από την ξηρά με τα χέρια από δύο ομάδες ψαράδων. Θεωρείται ότι ο Γρίπος είναι ο πρόγονος της βιντζότρατας. Η χρήση όμως αυτής της μεθόδου έχει απαγορευτεί από το έτος 1949 με το Βασιλικό Διάταγμα 1952.11-7-49 (Α΄/171).

Το ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη “Ο Γρίπος” συμπεριελήφθη στο θρυλικό βιβλίο “Ψηλά Βουνά” του Ζαχαρία Παπαντωνίου, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1918 και ήταν το πρώτο βιβλίο του υπουργείου Παιδείας με το οποίο διδάχθηκε η δημοτική γλώσσα. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε τη εντολή για τη συγγραφή του βιβλίου και το ίδιο έτος καθιερώθηκε η υποχρεωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το ποίημα “Γρίπος” του Γ. Δροσίνη έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτη Μιχάλη Κουμπιό και η ενορχήστρωση έγινε από τον Μανώλη Ανδρουλιδάκη.


Αλλά το πιο γνωστό τραγούδι είναι του λαϊκού συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου που το συνέθεσε και το αφιέρωσε το 1946 στο φίλο του ψαρά, Ανδρέα Ζέππο: «Ολοι καλάρουνε μα δεν βγάζουν ψάρια, καλάρει ο Ζέππος και βγάζει καλαμάρια. Καλαμάρια και γαρίδες βγάζουν μόνο οι μερακλήδες». Το καλάρισμα γινόταν με Γρίπο και Α. Ζέππος ήταν από τους πιο δημοφιλείς ψαράδες. Ο Γ. Παπαϊωάννου που εργάσθηκε στη βάρκα του Α. Ζέππου αναφέρει τον «σάκκο» του Γρίπου, αλλά και τους έξι Αϊβαλιώτες και τους έξι Κουλουριώτες που τράβαγαν το σχοινί από την ακτή και φώναζαν ρυθμικά: έγια μόλα, έγια λέσα. Αλλά ας θυμηθούμε το τραγούδι:

Μια ψαροπούλα
είναι αραγμένη
μπρος στ’ ακρογιάλι
το Ζέπο περιμένει

Καπετάν Αντρέα Ζέπο
χαίρομαι όταν σε βλέπω
χαίρομαι όταν σε βλέπω
Καπετάν Αντρέα Ζέπο

Όλοι καλάρουνε
μα δε πιάνουν ψάρια
καλάρ’ ο Ζέπος
και πιάνει καλαμάρια

Έγια μόλα έγια λέσα
έχει ο σάκος ψάρια μέσα
έχει ο σάκος ψάρια μέσα
έγια μόλα έγια λέσα

Μέσ’ απ’ το τσούρμο του
βγαίνουν ιππότες
έξ’ είν’ απ’ την Κούλουρη
κι έξ’ Αϊβαλιώτες

Καπετάν Αντρέα Ζέπο
χαίρομαι όταν σε βλέπω
χαίρομαι όταν σε βλέπω
Καπετάν Αντρέα Ζέπο

Έγια μόλα έγια λέσα
έμπα στη βαρκούλα μέσα
έμπα στη βαρκούλα μέσα
έγια μόλα έγια λέσα.

Ο γρίπος είναι αρχαία ελληνική λέξη και σημαίνει δίχτυ και χρησιμοποιήθηκε από ψαράδες ως τεχνική για την αλίευση ψαριών είτε σε παραλίες με ομαλό πυθμένα ή σε λίμνες καλύπτοντας μια μεγάλη έκταση και τραβιούνται με σχοινιά ανασύροντας διάφορα ψάρια από το βυθό. Επίσης, η λέξη Γριπάρης, προέρχεται από τις το γρίπος+ άρης και είναι ναυτικός όρος και σημαίνει αυτός που ψαρεύει τον γρίπο.

Κρόκος σημαίνει μακρύ ή φαρδύ σχοινί κατά μία εκδοχή. Προφανώς το είδος αυτού του ψαρέματος το έφεραν οι Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στο νησί του Πόρου. Την όμορφη αναπαράσταση του παραδοσιακού ψαρέματος του “Κρόκου” ζήσαμε το απόγευμα της Τρίτης 1 Αυγούστου 2017 που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Πόρου “Η Ποριώτισσα”, σε συνεργασία με τον Αλιευτικό Σύλλογο Πόρου. Τότε αυθόρμητα έγραψα τα εξής:
“Η αναπαράσταση του κρόκου χθες στον Πόρο ήταν μια μοναδική εμπειρία. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν. Οι μεγάλοι θυμήθηκαν τους προγόνους τους με τα χαραγμένα πρόσωπα από τον ήλιο.Τις ψαριές, τις τηγανιές και τις φωτιές στην παραλία. Πριν ανακαλυφθούν τα βίντζια, οι ψαράδες άπλωναν το δίχτυ μέσα στη θάλασσα, είτε με βάρκα είτε με τα χέρια και τα τράβαγαν τις δύο άκρες των σκοινιών από την ακτή. Με δύναμη και συγχρονισμό το δίχτυ έφθανε στην ακτή και τα ψάρια σπαρτατούσαν στο δίχτυ. Οι αλιείς του Πόρου και ο Σύλλογος Γυναικών Πόρου στη “γιορτή της Λεμονιάς” αναβίωσαν το παραδοσιακό ψάρεμα. Μία ατραξιόν που κατά την εκτίμηση μου αποτελεί μοναδικό τουριστικό προϊόν. Ταυτόγχρονα όμως είναι εκπαιδευτικό και διαδραστικό και για τα παιδιά. Όσοι ζήσαμε τις αντιδράσεις τους και τον ενθουσιασμό τους θα αναθαρρήσαμε γιατί υπάρχει “υλικό” στην παράδοση μας να το διαδώσουμε και να δώσουμε μαθήματα του λαικού πολιτισμού.
Συγχαρητήρια στους διοργανωτές και εύχομαι κάθε χρόνο να έχουν και μεγαλύτερη επιτυχία. Η συγκίνηση μου και ο ενθουσιασμός μου χθες ήταν απερίγραπτος. Μου έφερε μνήμες παιδικές και αγαπημένα πρόσωπα από μια εποχή που χάθηκε…”.

Η λέξη Μπραγάνι σημαίνει μεταφορικά ο αποδοτικός και καλός νοικοκύρης. «Σωστό μπραγάνι είναι αυτός ο άνθρωπος», όπως αναφέρεται στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης. Μπραγάνι /τὸ/ (περὶ-γαγγάμη; Τ. bουραγὰν) = μικρὸν δίκτυον εἰς τὸ σχῆμα τῆς τράτας ἀπὸ ξηρᾶς συρόμενον ἀλλὰ πυκνότερον.
Ο Γρίπος ήταν βασικός τρόπος ψαρέματος στη Λυγιά της Κατούνας και ήταν συνυφασμένος με τις κοινωνικές συνθήκες και τις βιοποριστικές ανάγκες των ανθρώπων των νησιών και των παράλιων περιοχών, όπως σε όλη τη χώρα.
Η αναφορά του Γιάννη Διγενή, προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Κατούνας για το Μπραγάνι και το Μπαϊντούζι είναι ενδεικτική: «η λιόκριση-πανσέληνος είναι μια περίοδος που είναι χαραγμένη στο μυαλό όλων μας. 25 μέρες σκοτάδι και 5 μέρες χαράς, οικογένειες, αντάμωμα, έρωτα, και άλλα πολλά. Έτσι μεγαλώσαμε, έτσι γαλουχηθήκαμε και έτσι έρχεται ακόμα νωπό στο μυαλό μας το μπαϊντούζι, η χαρά, ο γυρισμός των δικών μας ανθρώπων, του πατέρα του παιδιού. Μπαϊντούζι ονομαζόταν το πενθήμερο διάστημα -πριν και μετά την πανσέληνο- κατά το οποίο τα ψαροκάϊκα (τα γρι-γρι νύχτας) δεν ψαρεύουν, με αποτέλεσμα τα πληρώματά τους να μένουν στα σπίτια τους με τις οικογένειες τους.

Τον “κωλοβρέχτη”, τον χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο αλιείας στα Χανιά και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σούδας οργανώνει κάθε χρόνο αναπαράσταση στην παραλία του Βλητέ. Ο κ. Κλωθάκης, του Πολιτιστικού Συλλόγου, τονίζει ότι «την τεχνική του γρίπου έφεραν στην Ελλάδα οι Μικρασιάτες, ενώ η τεχνική αυτή απαγορεύθηκε διότι θεωρήθηκε καταστρεπτική για τον γόνο των ψαριών».Ο ερασιτέχνης φωτογράφος Σταύρος Μυριδάκης, σε δήλωσή του σε τοπική εφημερίδα, τόνισε ότι «έχω συγκεντρώσει περίπου 5.000 “ψαράδικες” φωτογραφίες γνήσιες, αλλά και αντίτυπα, από τις οικογένειες, αλλά και τα παιδιά των παλιών ψαράδων της Σούδας. Η πιο παλιά χρονολογείται από το 1916».Ο ίδιος υπογράμμισε ότι «σήμερα μπορεί να μη χρησιμοποιείται αυτός ο τρόπος ψαρέματος, δεν παύει όμως να είναι αυτός που στο παρελθόν έθρεψε πολλούς ανθρώπους σε εποχές δύσκολες και καιρούς χαλεπούς».

Άλλη μαρτυρία για το είδος αυτού του ψαρέματος στη Χίο αναφέρει: “Ο Λ. Καλβοκορέσης αναγνωρίζει στους Μικρασιάτες ψαράδες την τεράστια συμβολή τους, ειδικά όταν τα τρόφιμα σπάνιζαν στη διατροφή του χιώτικου πληθυσμού εκείνες τις τραγικές μέρες της Κατοχής. Κάθε ιστορία που δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους ηγεμόνες αλλά και για το πώς γλίτωσαν κάποια Ελληνόπουλα ταπεινών τάξεων από την πείνα θα απονείμει τιμή και έπαινο στους ανεμοτρατάρηδες, πρόσφυγες απ’ τη Μικρασία, που κατάγονταν όλοι απ’ την Αγία Παρασκευή ή Κιόστε (σημερινό Dalyan), ένα παραθαλάσσιο χωριό με αμιγή ελληνικό πληθυσμό 5.000 κατοίκων”. Επίσης για την πεζόστρατα έχουν την παρακάτω αφήγηση: “Οι πεζότρατες αποτελούσαν το τρίτο σπουδαιότερο επαγγελματικό εργαλείο κατά τη γερμανική Κατοχή στο οποίο δέκα με δεκαπέντε άτομα τραβούσαν την καλάδα (τρόπος ψαρέματος της τράτας) από τη στεριά με τα χέρια έχοντας περάσει τον κρόκο (φαρδί σχοινί) πίσω από την πλάτη τους. Οταν έφερναν την καλάδα κοντά στον γιαλό τότε ερχόταν κοντά η πεζότρατα και έπαιρνε το δίχτυ με τα ψάρια. Οι παρακάτω μαρτυρίες ρίχνουν φως στη συμβολή του κάθε αλιευτικού εργαλείου στην αντιμετώπιση του οξέος επισιτιστικού προβλήματος στη Χίο”.
Στην περιγραφή τους οι Χρ. Μανωλέλλης και Δημ. Ανδριώτης αναφέρουν για το ψάρεμα του Γρίπου τα εξής: Μια βάρκα με τους τρατάρηδες αφήνει ένα σχοινί στην μια άκρη της ακτής και αφού ξανοιχτεί λίγο αρχίζει να καλάρει το δίχτυ. Όταν τελειώσει το καλάρισμα η βάρκα πλησιάζει πάλι την ακτή και πετάει το άλλο άκρο του σχοινιού στους πεζούς τρατάρηδες, που αμέσως αρχίζουν να σύρουν την τράτα.
Ο αριθμός των ψαράδων της ακτής εξαρτάται από το μέγεθος της «καλάδας».
Το τσούρμο καθοδηγεί ο καπετάνιος, που συνήθως ήταν ο πιο έμπειρος. Αυτός δίνει και το ρυθμό για να βγει το δίχτυ ομοιόμορφα , να μην αδειάσει η ψαριά.
Το τράβηγμα των σκοινιών γίνεται με μια ειδική τεχνική «Το Φουρνέλι».
Αυτό είναι ένα κομμάτι σκοινί, που από τη μια άκρη έχει ένα πάνινο ζουνάρι και στην άλλη άκρη ένα κόμπο.
Οι τρατάρηδες περνούν το ζωνάρι διαγώνια στον ώμο τους, για να μπορούν να τραβάνε με μεγαλύτερη δύναμη και με μια επιδέξια κίνηση περιστρέφουν την άκρη από το φουρνέλι γύρω από το τεντωμένο σκοινί της τράτας, πιάνουν τον κόμπο και τραβούν με ρυθμό.
Από τους τρατάρηδες ο πρώτος και ο τελευταίος δεν τραβάνε το σκοινί της τράτας. Ο πρώτος κρατάει το σκοινί «απίκο», δηλαδή ανασηκωμένο στον αέρα για να διευκολύνει τους άλλους να το πιάσουν και ο τελευταίος κάνει «ντούκες», δηλαδή τυλίγει το σκοινί σε κουλούρες.
Ο γρίπος είναι ένα δίχτυ, που αποτελείται από δύο «μπάντες» και καταλήγει στο «σάκο», όπου μαζεύεται η ψαριά. Η κάθε μπάντα έχει μήκος 15 οργιές ή 22,5 μέτρα . Ο σάκος έχει μήκος 6 οργιές ή 9 μέτρα. Το κάτω μέρος του διχτυού δένει σκοινί με βαρίδια και το επάνω μέρος σκοινί με φελλούς, για να κρατιέται το δίχτυ τεντωμένο.
Το «στρακάρισμα», δηλαδή η στιγμή που θα δουν την ψαριά στο τελευταίο χωνί του γρίπου στο «κατάκολο», είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Τα συναισθήματα είναι διαφορετικά σε κάθε καλάδα. Απογοήτευση, κούραση, εκνευρισμός στην περίπτωση αποτυχίας και φωνές, πειράγματα , γέλια, όταν το δίχτυ είναι γεμάτο.
Μετά το στρακάρισμα , ακολουθεί το «σκολάρισμα», δηλαδή το λέντισμα (καθάρισμα και τακτοποίηση των διχτυών), να’ναι έτοιμα για την επόμενη καλάδα.
Στο τέλος γίνεται το «καφαλτί», συνήθως με ψωμί, ελιές και κρεμμύδι. Ο καπετάνιος σταυρώνει το καρβέλι επικαλούμενος τον «Άγιο Νικόλαο» και μοιράζει κομμάτια στους άντρες. Μετά σπάει στο γόνατο ένα μεγάλο κρεμμύδι και μοιράζοντάς το συμπληρώνεται το κολατσιό, για να αντέξουν τα παλικάρια να σύρουν τον επόμενο γρίπο.
Το 40% των αλιευμάτων πουλιόταν για χρήματα και το 60% γινόταν ανταλλαγή με άλλα προϊόντα, αλεύρι, όσπρια, λαχανικά κ.λ.π”.
Ο ιστορικός και συγγραφέας Κυριάκος Λυκουρίνος, επισημαίνει ότι «στη χερσόνησο της Ερυθραίας, «σε απόσταση 5 χλμ. από τον Τσεσμέ, βρισκόταν η Αγία Παρασκευή ή Κιόστε (σημερινό Dalyan), ένα παραθαλάσσιο χωριό με αμιγή ελληνικό πληθυσμό 5.000 κατοίκων. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή η Αγία Παρασκευή ήταν το μεγάλο καπετανοχώρι της Μικράς Ασίας, το μόνο χωριό στα μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου που διέθετε συγκροτημένο αλιευτικό στόλο». «Οι Αγιοπαρασκευούσοι»,ήταν σπουδαίοι ναυτικοί και ψαράδες. Το χωριό διέθετε τότε περισσότερα από 300 αλιευτικά. Περίπου 100 τράτες με κουπιά, που είχαν η καθεμία πλήρωμα 15-20 ανδρών, πάνω από 100 ιστιοφόρες ψαροπούλες, που μετέφεραν δύο-τρεις άντρες, πάνω από 30 ζευγάρια, δηλ. πάνω από 60, ανεμότρατες, με πλήρωμα τριών έως πέντε ατόμων το κάθε καΐκι, και περισσότερα από 50 «παστωτζήδικα», εμπορικά και άλλα καΐκια!Κάθε τρατοκάικο απέδιδε κατά μέσο όρο 400 χρυσές λίρες το χρόνο! Μόνο οι πρόσφυγες γνώριζαν την τέχνης της αλιείας. Μέχρι το 1914 αλλά και μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι ψαράδες της Αγίας Παρασκευής ήταν οι μόνοι που γνώριζαν την τέχνη της αλιείας με τράτα και ανεμότρατα, δηλαδή το σύστημα αλιείας βυθού με συρόμενο σάκο. Τράτες και ανεμότρατες δεν υπήρχαν τότε ούτε στην υπόλοιπη Μικρά Ασία ούτε στην Ελλάδα.
26 Αυγούστου 2017