Πα. Ιαν 24th, 2020

Γιάννης Μανιάτης: Οι μνήμες από το Αλβανικό Έπος 1940 -41 μέσα από το βιβλίο του Κώστα Κυριακόπουλου

Από την ομιλία του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΝΙΑΤΗ στην παρουσίαση ‘Μνήμες από το Αλβανικό Έπος 1940 -41″ του ΚΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (Πολιτιστικό Κέντρο Πόρου, Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013, ώρα 19:00). Ένα νέο βιβλίο έρχεται να προστεθεί στα όσα υπάρχουν για το Έπος του ’40.
Ένα νέο άσμα ηρωικό, μα όχι πένθιμο για χαμένους ανθυπολοχαγούς,
αλλά άσμα ηρωικό, άσμα ένδοξο, περίλαμπρο, δοξαστικό για έναν απλό Έλληνα στρατιώτη,
για έναν αγνό Έλληνα πολεμιστή που τηρώντας τον όρκο του, υπερασπίστηκε με πίστη και αφοσίωση την πατρίδα του. Τον Αναστάσιο Κυριακόπουλο.
Αγνός, ήρεμος, εργατικός πάντα, έζησε τη ζωή του ως αγρότης στον Πόρο μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Τη δράση του, τις εμπειρίες του κι όλες γενικά τις ιστορικές, αν και ζοφερές αναμνήσεις του από αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής του ως στρατιώτης στον Πόλεμο της Αλβανίας κι ως απλός Έλληνας πολίτης στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, τις διηγιόταν συχνά στην οικογένειά του, η σεμνότητα όμως δεν του επέτρεπε τη δημοσιοποίησή τους, Αυτό τελικά το έκανε ο γιος του Κώστας σήμερα, κάποια χρόνια μετά το θάνατό του με την πρωτοβουλία της έκδοσης του βιβλίου που παρουσιάζουμε, όχι βέβαια για να αγνοήσει την επιθυμία του πατέρα του, αλλά γιατί θεώρησε χρέος να αναδείξει τις αρχές, τις αξίες και τον πατριωτισμό του απλού, του μέσου Έλληνα πολίτη που είπε κι αυτός το ιστορικό ΟΧΙ κι ανταποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμα για την αντιμετώπιση του κακόβουλου εισβολέα.
Πριν προχωρήσω στη λεπτομερέστερη παρουσίαση του βιβλίου, θα δώσω μια συνοπτική εικόνα για την γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη και για τους λαούς που εισέβαλαν στη χώρα μας.
Η ευμάρεια και η ανεμελιά ακολουθούνται νομοτελειακά από σκληρούς πολέμους, οι οποίοι στη συνέχεια κληροδοτούν στους λαούς κοινωνικές ανισότητες, πείνα, ανέχεια, ξεσηκωμούς, επαναστάσεις, δικτατορίες και γενικά αυταρχικά καθεστώτα. Κάτι ανάλογο έγινε και στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα. Η ξενοιασιά της Μπελ Επόκ ακολουθήθηκε από τον σκληρό και αδυσώπητο 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο που έφερε νέες ανακατατάξεις στη σύνθεση των κρατών-εθνών και στους λαούς τους. Και ανάλογα με το κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό τους υπόβαθρο, οδηγήθηκαν αλλού σε βίαιες ανασυγκροτήσεις, αλλού σε επαναστάσεις και εμφυλίους σπαραγμούς, κι αλλού σε γενική αναταραχή και ευόδωση κλίματος για να επικρατήσουν ολοκληρωτικά, εθνικιστικά ή μη, απολυταρχικά καθεστώτα. Η συγκεχυμένη αυτή κατάσταση και η ιδέα του επεκτατισμού που καλλιεργήθηκε ως άμεσο επακόλουθο, έφεραν τους λαούς ενώπιον μιας νέας, ευρύτερης, μακρύτερης χρονικά και βεβαίως σκληρότερης πολεμικής αναμέτρησης, εκείνης του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Ελλάδα είχε όπως πάντα τη δική της πορεία μέσα σε αυτό το ζοφερό ευρωπαϊκό περιβάλλον. Ο μεγάλος ξεσηκωμός του 21 είτε λόγω κακής διεθνούς συγκυρίας είτε λόγω των δικών μας φυλετικών διχαστικών τάσεων και αδυναμιών, είτε λόγω ξένων επεμβάσεων που πάντα ελλοχεύουν και εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες μας προς όφελος των συμφερόντων τους, είχε φέρει την απελευθέρωση μικρού μόνο μέρους του ελληνικού πληθυσμού και είχε οδηγήσει στη σύσταση ενός φτωχού, αδύναμου και πολλαπλά ασταθούς και ευάλωτου νεοελληνικού κράτους. Καλλιεργήθηκε λοιπόν όπως ήταν επόμενο ο πόθος της Μεγάλης Ιδέας, ο οποίος ενισχυμένος και από τα δυσάρεστα βιώματα του ατυχούς πολέμου του 1897, οδήγησε στη Μεγάλη εθνική Εξόρμηση του 20ου αιώνα που άρχισε στα 1912-13 με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, συνεχίστηκε με επιτυχία στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, που όμως κηλιδώθηκε από τον επάρατο εθνικό Διχασμό του 1917, και φάνηκε να ενισχύεται με την ριψοκίνδυνη Εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Εκεί, ο συνδυασμός μιας κακής πολιτικής των ηγετών, μιας υπερεκτιμημένης δυναμικής και κόπωσης του στρατεύματος που συμπλήρωνε 10ετία στα όπλα και στις συνεχείς και αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και οπωσδήποτε μιας ρευστής διεθνούς γεωπολιτικής κατάστασης που επέφερε αλλαγές στα συμμαχικά συμφέροντα κυοφόρησε την μεγάλη καταστροφή και τη συρρίκνωση του Ελληνισμού. Και στη συνέχεια, η χώρα μας μετά από μια παρατεταμένη περίοδο 2 ταραγμένων δεκαετιών με πολιτική αστάθεια, με οικονομική δυσπραγία, με το φόρτο για στέγαση και επιβίωση 2 εκατομμυρίων ανέστιων προσφύγων, με συνεχείς έξωθεν παρεμβάσεις και ιταμές προκλήσεις, όπως επισημαίνει και ο Κώστας στο Εισαγωγικό του Σημείωμα στο βιβλίο, με διαδοχικά πραξικοπήματα και δικτατορίες, κλήθηκε από το 1940 και ύστερα να αντιμετωπίσει, όχι έναν αλλά 4 κακόβουλους εισβολείς στα εδάφη της.
Ας δούμε πρώτα τους Ιταλούς εισβολείς. Οι εκλεκτοί αυτοί γείτονές μας που σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζονται για την εργατικότητα, την ευφυΐα και την μεγάλη παράδοση στον πολιτισμό, τις καλές τέχνες και τη μουσική, παρουσιάζουν το μοναδικό ίσως φαινόμενο Ευρωπαϊκού κράτους, που μετά την αποκατάσταση της εθνικής του ενότητας στα μέσα του 19ου αιώνα, εξελίχτηκε σε «μεγάλην δύναμιν συνεχώς ηττωμένην», σύμφωνα με τους γεωπολιτικούς αναλυτές της τότε εποχής. Οι Ιταλοί σε όλο τον εθνικό τους βίο μέχρι και σήμερα ακόμα, δεν κατάφεραν ποτέ να πετύχουν έστω και μία σελίδα πολεμικής αρετής, παρά τις σχεδόν πάντοτε υπέρτερες αριθμητικά και εξοπλιστικά στρατιωτικές δυνάμεις που διέθεταν. Ήττα το 1866 στην Κροατική Λίσσα από τους Αυστριακούς. Ήττα στην Αβησσυνία το 1896, ήττα στην Τριπολίτιδα της Λιβύης το 1911, ήττα στο Καπορέτο της Σλοβενίας το 1917, μία αλαζονική επιθετική προέλαση των φασιστικών της στρατευμάτων χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο στην ΒΑ Αφρική στα 1936, και βέβαια δεινή ήττα στα βουνά της Αλβανίας το 1940-41 από τους Έλληνες, και συντριβή του Ιταλικού Στόλου από τον Εγγλέζο ναύαρχο Κάννινγκαμ και την περιορισμένη ναυτική του δύναμη τον Ιανουάριο του 1941 στη ναυμαχία του Ταινάρου.
Το περίεργο όμως είναι ότι παρά την ντροπή της ήττας που γνώριζαν σε όλα τα θέατρα των πολεμικών συγκρούσεων, και παρά τις συχνά ομαδικές παραδόσεις των στρατευμάτων τους στους ασθενέστερους αντιπάλους τους, στο τέλος έβγαιναν πάντα κερδισμένοι. Αυτό το αντιφατικό φαινόμενο θα μπορούσε να αποδοθεί στην εξαιρετική ευελιξία που έδειχναν οι διπλωμάτες τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και που έφτανε κάποτε και στα όρια της προδοσίας. Η Ιταλία ως κράτος συχνά πρόδωσε τους εκάστοτε συμμάχους της, ακόμη και σε πολύ κρίσιμες πολεμικές στιγμές, και έφτασε μέχρι και να απαρνηθεί και τις συνθήκες που είχε υπογράψει.
Και το αποκορύφωμα όλης αυτή της Ιταλικής ταραντέλας ήταν η εμφάνιση των φασιστών και του κομπορρήμονα αρχηγού τους. Ο Φασισμός κατά τους κοινωνιολόγους είναι η ριζοσπαστική, αυταρχική, εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που με μορφή μαζικού κινήματος έχει στόχο να θέσει το έθνος πάνω από κάθε άλλη αξία και να συγχωνεύσει το κεφάλαιο με το κράτος. Οι φασίστες στην Ιταλία του Μεσοπολέμου κατόρθωσαν παρά την απόλυτη ιδεολογία τους και τη βάναυση και στυγνή πρακτική τους, να επιβληθούν στην πολιτική ζωή της χώρας με μεθόδους που κανένας άλλος λαός δεν θα μπορούσε να ανεχθεί. Ο Μουσολίνι με ύφος Ρωμαίου Καίσαρα, επιδόθηκε σε μία άνευ προηγουμένου μόστρα επίδειξης της Ιταλικής βιομηχανίας εμφανίζοντας τους αφελείς Ιταλούς σαν «λιοντάρια που τρέφονται με ατσάλι». Και έφτιαξε σε λίγα χρόνια μία απαράμιλλη πολεμική μηχανή ισάξια της Γερμανικής, η οποία σε συνδυασμό με τη ζηλευτή γεωστρατηγική θέση της χώρας του στο κέντρο της Μεσογείου και τις άρτια επανδρωμένες και εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις του, θα μπορούσε πράγματι να κάνει περίπατο στα πεδία των μαχών και να έχει τον απόλυτο έλεγχο της Μεσογείου από ξηρά και θάλασσα. Όμως «τα τανκς και τα κανόνια δεν είναι μακαρόνια», όπως τραγούδησε και η τραγουδίστρια της Νίκης Σοφία Βέμπο. Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά για τις άστοχες φιλοδοξίες του και ψεύτικες προσδοκίες που καλλιέργησε στο λαό του. Τελικά μετά από τις διαδοχικές αποτυχίες του, αφυπνίστηκαν επιτέλους οι Ιταλοί, τον ανέτρεψαν, τον εκτέλεσαν και κρέμασαν το πτώμα του στην κεντρική πλατεία του Μιλάνου.
Για τους Γερμανούς δεν έχω και πολλά να πω, μια και ακούμε και βλέπουμε πολλά και σήμερα από τα ΜΜΕ που κατά γενική ομολογία συνδυάζονται και προσομοιάζουν με εκείνα της Ναζιστικής Γερμανίας της εποχής εκείνης. Ο Ναζισμός είναι συγγενική με τον ιταλικό φασισμό ιδεολογία που ενσωματώνει επιπλέον το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Χαρακτηρίζεται και αυτός με την άκρατη ωμότητα, αγριότητα, και αυταρχικότητα που οι Ναζιστές χρησιμοποίησαν για την επικράτησή τους. Και εκμεταλλευόμενοι την πληγωμένη περηφάνια των Γερμανών από την ήττα τους στον 1ο Παγκ. Πόλεμο, αλλά και την έμφυτη εργατικότητα και πειθαρχία του λαού αυτού, καθώς και το επιστημονικό και τεχνολογικό υπόβαθρο που είχαν ήδη αναπτύξει, εφάρμοσαν μία εξωφρενική και παραπλανητική προπαγάνδα εμποτισμένη με την υπερφίαλη ιδέα της υπεροχής της Αρίας Γερμανικής φυλής, μια προπαγάνδα τα όρια επιβολής της οποίας έφθαναν συχνά και στην τρομοκρατία.
Ανέτρεψαν το δημοκρατικό σύστημα και εγκατέστησαν ένα στυγνό καθεστώς και έχοντας επικεφαλής έναν παντοδύναμο αλλόφρονα ηγέτη τον Φύρερ. Βασισμένοι σε αυτές τις ιδεολογικές αρχές του εθνικοσοσιαλισμού, και στηριγμένοι οικονομικά από ισχυρά γερμανικά και άλλα επιχειρηματικά κεφάλαια κατόρθωσαν σε λίγα χρόνια να φτιάξουν μια τεράστια και πανίσχυρη πολεμική μηχανή, και σε συνεργασία με τους Ιταλούς φασίστες και κατά καιρούς με άλλα πρόθυμα καθεστώτα, εκτόξευσαν τις θηριώδεις εκστρατείες τους εναντίον των λαών της Ευρώπης τους οποίους και αιματοκύλισαν, ενώ με τον άκρατο ρατσισμό και αντισημιτισμό τους οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, εκατομμύρια Εβραίους, Ρομά και άλλες εθνοτικές και κοινωνικές ομάδες.
Όμως εκείνη η υπερφίαλη επεκτατική πολιτική του Παγγερμανισμού, η πολυδιάσπαση του στρατιωτικού δυναμικού τους σε μέτωπα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, αλλά και η αδυναμία τελικής στήριξης από τους συμμάχους τους εξάντλησε την ισχύ τους και τους οδήγησε στην οδυνηρή συντριβή τους.
Οι Αλβανοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από τα πρώτα θύματα της επεκτατικής πολιτικής των Ιταλών φασιστών του Μουσολίνι. Στην ουσία κατακτήθηκαν από αυτούς το 1939, αλλά πρόθυμα στρατεύτηκαν μαζί τους εναντίον των Ελλήνων, προκειμένου μάλιστα να υλοποιήσουν και τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις τους στην ελληνική Ήπειρο. Και βρήκαν τη χρυσή ευκαιρία κατά τη Γερμανική Κατοχή, στο όνομα της Τσαμουριάς να αλωνίζουν στα Ηπειρώτικα χωριά σκοτώνοντας Έλληνες χωρικούς και αρπάζοντας, καίγοντας και λεηλατώντας τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Σε αυτές τις απεχθείς ενέργειές τους στηρίζονταν από τους Γερμανούς που είχαν το γενικό έλεγχο, αλλά και από τους Ιταλούς, αφού επανειλημμένα από τη σύσταση του Αλβανικού κράτους το 1914 οι Ιταλοί βλέποντας τους ως προτεκτοράτο τους, τους στήριξαν κατά τη διανομή των εδαφών εις βάρος της Ελλάδος, όπως σημειώνει και ο Κώστας στο εισαγωγικό του σημείωμα στο βιβλίο. Έτσι ενώ τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν και απελευθέρωσαν 3 φορές μέσα στον 20ο αιώνα τη Βόρειο Ήπειρο, τελικά το μαρτυρικό εκείνο κομμάτι της Ελληνικής γης παρέμεινε εκτός των ελληνικών συνόρων, ακόμη και μετά την οριστική ήττα όλων εκείνων των εισβολέων μετά το πέρας του 2ου Παγκ. Πολέμου μέχρι και σήμερα.
Σε ανάλογη συχνότητα κινήθηκαν και οι έτεροι εισβολείς στη χώρα μας την τραγική εκείνη περίοδο: Οι Βούλγαροι. Είχαν διατηρήσει άριστες σχέσεις με του Γερμανούς Ναζιστές, οι οποίοι και τους εξόπλισαν με σύγχρονα για την εποχή πολεμικά μέσα, τους έφτιαξαν δρόμους και αεροδρόμια και γενικά τους προετοίμασαν για βάση εξόρμησης ενάντια στη χώρα μας με αντάλλαγμα βέβαια τις βόρειες επαρχίες της. Γι’ αυτό και μετά τη Γερμανική εισβολή και κατοχή οι Βούλγαροι, ανέκαθεν άγριοι και αδίστακτοι άρπαγες, όρμησαν να κυριεύσουν πόλεις και χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, σφαγιάζοντας, αρπάζοντας και λεηλατώντας. Έτσι, για μία ακόμη φορά μέσα στον 20ο αιώνα οι Βούλγαροι, στοχεύοντας στις ανέκαθεν επιδιώξεις τους, επιχείρησαν να εισβάλουν και να κατακτήσουν τα βόρεια εδάφη μας, αποκτώντας και πρόσβαση στο Αιγαίο. Χωρίς ευτυχώς τελικό αποτέλεσμα, αλλά με υψηλό δυστυχώς κόστος για τους εκεί Έλληνες και τις περιουσίες τους.

Και τώρα να προχωρήσω στην παρουσίαση του βιβλίου.
Στο αντί προλόγου κείμενό του ο συγγραφέας καταγράφει τις αφηγήσεις του πατέρα του από το Αλβανικό μέτωπο για τα γεγονότα όπως τα έζησε και τις εντυπώσεις που αποκόμισε ως απλός στρατιώτης. Και σε επίρρωση της γενικής εικόνας που δόθηκε διεθνώς για το πώς πολέμησαν οι Έλληνες ο συγγραφέας παραθέτει 2 ενδεικτικά κείμενα του ραδιοσταθμού της Μόσχας, όπου οι Σοβιετικοί ομολογούν τη μεγάλη ελληνική συμβολή στην όλη εξέλιξη του πολέμου και στην τελική συντριβή των γερμανικών και ιταλικών δυνάμεων χάρη στην αγωνιστικότητα των Ελλήνων τόσο στα πεδία των μαχών, όσο και στην εθνική αντίσταση ενάντια στους κατακτητές του. Η ομολογία αυτή των Σοβιετικών προστέθηκε στους επαίνους των Συμμαχικών δυνάμεων για το πως οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες. Μα μήπως και οι ίδιοι οι Γερμανοί στρατιωτικοί δεν θαύμασαν τη μαχητικότητα των υπερασπιστών των οχυρών του Ρούπελ που επί τετραήμερο αναχαίτιζαν τις σιδηρόφρακτες μεραρχίες του Χίτλερ και τελικά δεν νικήθηκαν, αλλά απλά διατάχτηκαν από την ηγεσία τους να σταματήσουν τη μάχη λόγω συνθηκολόγησης ; Πολλά τα εύσημα και οι έπαινοι, η χώρα μας όμως δεν βρήκε υποστηρικτές στα δίκαια αιτήματα της να αποζημιωθεί στο τέλος του πολέμου, αφού ήταν στο χώρο των νικητών και αφού και η ίδια είχε κατά γενική ομολογία τόσο πολύ βοηθήσει.
Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Κώστας αναλύει την κατάσταση με την οποία οδηγηθήκαμε στον Πόλεμο του 40, κάνοντας μία ιστορική αναδρομή στην επεκτατική πολιτική της Ιταλίας εις βάρος της χώρας μας που άρχισε ήδη από την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας. Κάνει λόγο επίσης για τη σειρά των φασιστικών διεκδικήσεων και των προκλήσεων του Μουσολίνι με την άνοδό του στην εξουσία από το 1923 με τα γεγονότα της Κέρκυρας που εντάθηκαν το 1939 με την κατάληψη της Αλβανίας, την ενθάρρυνση των Αλβανών στα αλυτρωτικά τους όνειρα εις βάρος της Ελλάδας, όπως είπαμε και νωρίτερα, και βέβαια με τον ύπουλο τορπιλλισμό του ευδρόμου «Έλλη» τον Αύγουστο του 1940 στην Τήνο. Και τέλος αναδεικνύει τη βασική διαπίστωση ενός απλού, σεμνού και μετρημένου ανθρώπου, του Αναστάσιου Κυριακόπουλου, από τη συνολική εμπειρία του κατά τη δύσκολή εκείνη περίοδο πολέμου-κατοχής-εμφυλίου, πως «όταν οι Έλληνες πολεμούν μονιασμένοι και ομόψυχοι κανένας στρατός και καμία δύναμη δεν μπορεί να τους κάμψει»,όπως γράφει χαρακτηριστικά.
Στην 1η ενότητα του βιβλίου του ο Κώστας μιλάει για τις πρώτες μέρες του πολέμου και τις πρώτες εμπειρίες του πατέρα του από την επιστράτευση και την περιπετειώδη προώθηση στο μέτωπο. Με άλλοτε χαρούμενες και άλλοτε θλιβερές νότες περιγράφει το πώς πέρασε εκείνες τις δύσκολες ημέρες. Πεζοπορία, κρύο, κακουχίες, απλυσιά, ψείρες και λιγοστό φαΐ για χόρταση ήταν αυτά που απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του πολέμου συνέθεταν το σκηνικό του και στιγμάτισαν τη ζωή των φαντάρων στο μέτωπο. Συγκλονιστική ήταν και αναφορά στην πρώτη απώλεια του πολέμου, όταν το καλλίφωνο λεβεντόπαιδο με την πρόσχαρη διάθεση και το τραγούδι στα χείλη δέχτηκε κατακούτελα το εχθρικό βόλι που τον ξάπλωσε άπνου στο χώμα.
και Ακολουθεί η εισβολή των Ιταλών στα εδάφη μας στην Ήπειρο, (2η ενότητα) όταν χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες ξεχύθηκαν στα χιονισμένα βουνά επιχειρώντας όμως μάταια να σκορπίσουν τον τρόμο και τη φρίκη στους ηρωικούς Έλληνες μαχητές. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει ο πολεμιστής στις αφηγήσεις του, σ’ αυτά τα κακοτράχαλα βουνά και λαγκάδια δεν επιβιώνεις εύκολα αν δεν είσαι μεγαλωμένος και μαθημένος τσοπάνος ή αγρότης όπως οι πιο πολλοί δικοί μας, και πάντως όχι όπως οι καλοζωισμένοι και καλοχορτασμένοι Ιταλοί, όπως οι περιβόητοι αλπινιστές τους. Και η μεγάλη νίκη στο Καλπάκι έδειξε «ποιος είναι αποφασισμένος να πεθάνει και να κερδίσει και ποιος θέλει να παραδοθεί για να γλυτώσει».
Στη συνέχεια (3η ενότητα) περιγράφεται η ελληνική αντεπίθεση στο Αλβανικό πια έδαφος. με την πείνα να τους μαστίζει, αφού μέσα σε βαρύ χειμώνα το φαΐ ήταν πολυτέλεια με λίγα στραγαλάκια και κάτι σταφίδες από το Δεκέμβρη μέχρι το Μάρτη. Τα χιόνια κι οι κακουχίες έφερναν συχνά κρυοπαγήματα. Κι όμως έφτασαν νικητές στα ελληνόφωνα χωριά της Κορυτσάς που ήταν και μια όαση ανάσας για τους ταλαιπωρημένους αγωνιστές μας.
Ηρωική ήταν (4η ενότητα) και η μεταφορά των εφοδίων από τους ημιονηγούς φορτωμένους με τα φορτίο μέσα στα χιόνια, όταν τους ψοφούσαν τα μουλάρια από το κρύο. Πολλοί στρατιώτες περπατούσαν ξυπόλυτοι στα χιόνια όταν έλιωναν οι αρβύλες τους, και τα κρυοπαγήματα ήταν σε καθημερινή βάση. Οι πορείες στη βροχή και στη λάσπη, η ψείρα που τους βασάνιζε από την απλυσιά, η πείνα, η πνευμονία, τα κρυοπαγήματα, και τα θαψίματα στο χώμα από τις οβίδες και τις βόμβες. Ο ίδιος ο μπάρμπα-Τάσης αποδίδει τη διάσωσή του από τις βόμβες και το θάψιμο στο χώμα, σε ένα φυλαχτό που είχε μαζί του από τη μάνα του. Η προέλαση του ελληνικού στρατού ήταν ασταμάτητη, και μετά την απελευθέρωση της Κορυτσάς και της Πρεμετής, ο στρατός έφθασε νικηφόρος και στους Αγίους Σαράντα,
και προήλασε με επιτυχία προς το Αργυρόκαστρο και τη Χειμάρα, (5η ενότητα) μάλιστα μέσα σε βαρύ χειμώνα. Οι μάχες που έγιναν στα γύρω υψώματα της Χειμάρας ήταν πολύ σκληρές και η κατάληψη του υψώματος της Σκουτάρας κοντά στη Χειμάρα έγινε σε μία αληθινή κόλαση πυρός με μακρύ τον κατάλογο των πεσόντων.
(6η και 7η ενότητα), Με πολλές θυσίες ακολούθησε και η κατάληψη της στρατηγικής θέσης των στενών της Κλεισούρας από το Ελληνικό Στρατό.
Μακρύς ο λόγος και για την περιβόητη Primavera, δηλαδή την εαρινή επίθεση των Ιταλών που περιγράφεται (8η ενότητα) στο βιβλίο, με νέες ήττες για τους Ιταλούς και μάλιστα υπό την υψηλή εποπτεία του Ντούτσε, με την θρυλική κατάληψη της στρατηγικής θέσης του υψώματος 731 βόρεια της Κλεισούρας από το Ελληνικό Στρατό, αλλά με οδυνηρές εκατέρωθεν απώλειες. Ήταν οι σκληρότερες μάχες του πολέμου με ανελέητους βομβαρδισμούς από το ιταλικό πυροβολικό και την αεροπορία.
Την νικηφόρα επέλαση του στρατού μας και την οριστική συντριβή των Ιταλών στην εαρινή επίθεσή τους στα τέλη Μαρτίου του 1941, ακολούθησε δυστυχώς η οπισθοχώρηση, (9η ενότητα) αφού οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις αρχές Απριλίου από τη Βουλγαρία. Στο βιβλίο περιγράφεται η αντίστροφη πορεία των απολυμένων στρατιωτών που γύριζαν στα σπίτια τους με την απογοήτευση και το παράπονο στα χείλια για το άδοξο τέλος μετά από μία τόσο νικηφόρα εκστρατεία. Η ήρεμη ζωή του μπάρμπα-Τάση πίσω στον Πόρο τα επόμενα χρόνια του δίνει την ευκαιρία να αναπολήσει τις δύσκολες μα ηρωικές ώρες που είχε ζήσει στο Αλβανικό μέτωπο και να αναλογιστεί τις συνέπειες από τη στυγνή Γερμανική Κατοχή, τη σθεναρή εθνική Αντίσταση και τον αδελφοκτόνο σπαραγμό που ακολούθησε.
Στο απομακρυσμένο κτήμα της οικογένειας Κυριακόπουλου στην Κοντήτα στα ΒΑ της Καλαυρίας (10η ενότητα) είχαν όλοι αυτάρκεια φαγητού, και βοηθούσαν όπου μπορούσαν και τους ντόπιους. Οι Γερμανοί δεν τους ενοχλούσαν παρά μόνο για να βουτήξουν κρέατα από τις στάνες τους. Η μαύρη αγορά όμως στον Πόρο είχε φουντώσει με την έλλειψη αγαθών, με αρκετούς να επωφελούνται και να θησαυρίζουν εις βάρος πολλών άλλων που υπέφεραν. Φούντωσε και η αντίσταση στην Τροιζηνία ενάντια στους Γερμανούς. Στο βιβλίο υπάρχει και κατάλογος των πεσόντων από τον Πόρο στον Πόλεμο του 40-41, και των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στην Κατοχή, και ειδική αναφορά στους εκτελεσθέντες στον Καρατζά τον Ιούνιο του 44 για αντιστασιακή δράση. Οι πεσόντες και οι εκτελεσθέντες από τον Πόρο είναι: …….
Το βιβλίο τελειώνει με μία συμβολική, όσο και συγκινητική αναφορά στην εθνική συμφιλίωση που έρχεται 65 χρόνια μετά, όταν δύο παλαιοί αντίπαλοι πολεμιστές του επάρατου Εμφυλίου έδωσαν τα χέρια ανήμερα την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 2012, τερματίζοντας την παλιά έχθρα τους.
Κλείνοντας την παρουσίαση θα ήθελα να πω δυο λόγια ακόμα και για κάποιες δραστηριότητες στον Πόρο όλη αυτή την περίοδο:
Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού από το Σεπτέμβρη του 43 μέχρι τον Ιούνιο του 44 περιγράφεται αναλυτικά και στο βιβλίο του Τάσου Γεωργοπαπαδάκου, οργανώθηκε με βάση την Ύδρα, αλλά αφορά σε αρκετές περιπτώσεις και τον Πόρο και το Γαλατά.
Επίσης πρέπει να πω και για την προσφορά της Ναυτικής Διοίκησης Τροιζηνίας και κυρίως του θεραπευτηρίου της κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, που περιγράφεται σε αναφορά του Ναυτ. Διοικητή Πλωτάρχη Νικολάου Γιγάντε προς το ΓΕΝ τον Μάιο του 41. Εκεί εξαίρεται και η προσφορά μιας ομάδας κυριών από τον Πόρο σε ρόλο νοσηλευτριών με επικεφαλής την Μίνα Διαμαντοπούλου. Οι κυρίες από τον Πόρο ήταν: Μοιρίτσα Χρυσανθοπούλου, Τασίτσα Αντωνιάδου, Ελευθερία Δεληγιαννοπούλου, Βενετία Ρεμπάκου, Φλώρα Λάφη, Κατερίνα Στάθη Κιμιγκέλη, Ματίνα Βουρδαχά, Νίκη Πατεράκη (Χατζηπέρου).
Η ομάδα αυτή των κυριών είχε και άλλη κοινωνική προσφορά αργότερα στην Κατοχή. Με πρωτοβουλία της Μίνας Διαμαντοπούλου οργανώθηκε στο σπίτι της στον Πόρο παρασκευή και διανομή συσσιτίου για τα όσα παιδιά του Πόρου δεν είχαν φαγητό. Προσωπικά η Μίνα, δισέγγονη του μεγάλου Υδραίου ναυμάχου του 21 Μανώλη Τομπάζη, με την προσωπικότητα και τη μόρφωση που διέθετε μπόρεσε να βοηθήσει πολλούς Ποριώτες στην Κατοχή, χάρη και τις καλές σχέσεις που διατηρούσε με τους Γερμανούς στον Πόρο. Το νησί οφείλει πολλά σε αυτήν την κυρία και είναι πρόκληση για τον ΠΣΓΠ να οργανώσει κάποια στιγμή και εκδήλωση τιμής στη μνήμη της.