Δε. Οκτ 14th, 2019

Ανδρέας Δέφνερ: «Αγαπώ τα Μέθανα»

Σε συνέντευξη που έδωσε ο Ανδρέας Δέφνερ στην δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Τζαβέλλα και δημοσιεύθκε στην «Καθημερινή»: «Τα φανταστικά Μέθανα με το ηφαίστειο και τις ιαματικές πηγές. Αγαπώ πολύ τα Μέθανα και τα επισκέπτομαι συχνά. Θεωρώ ότι είναι καλή επιλογή για όποιον ψάχνει έναν προορισμό προστατευμένο από τον μαζικό τουρισμό. Πρόσφατα με ρώτησε μια Γερμανίδα φίλη πού θα μπορούσε να πάει για λίγες ημέρες στην Ελλάδα και να μη δει κανέναν. Την έστειλα στα Μέθανα και, όταν πήγε να κατέβει από το φέρι, ο υπεύθυνος θέλησε να τη σταματήσει γιατί σκέφτηκε ότι αποκλείεται μια τουρίστρια να πήγαινε εκεί, ότι μάλλον προορισμός ήταν ο Πόρος και είχε μπερδέψει τα λιμάνια. Τη λατρεύω αυτή την απομόνωση».

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ:

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ 18.01.2019

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

Την περίοδο που οι ελληνογερμανικές σχέσεις ήταν τεταμένες, το 2012, έγραψε ένα βιβλίο για να εξηγήσει τη σημασία της λέξης «φιλότιμο» και αποσπάσματά του έγιναν viral. Σήμερα, ο Andreas Deffner, ανώτατο στέλεχος στο Υπουργείο Υγείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συνεχίζει να ταξιδεύει και να ανακαλύπτει τη χώρα που έγινε, όπως λέει, δεύτερη πατρίδα του, ενώ ετοιμάζεται να εκδώσει το τέταρτο βιβλίο του με τίτλο «Made in Greece». Καθισμένος στο γραφείο του στο Βερολίνο, με φόντο έναν ελληνικό χάρτη με αμέτρητα pins καρφωμένα σε πόλεις και χωριά που επισκέφτηκε τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια, μας μιλάει για τα βιβλία του και μοιράζεται εμπειρίες από τα οδοιπορικά του αλλά και αναμνήσεις από το Τολό, «το χωριό του», όπως το αποκαλεί.

Θα περίμενε κανείς ότι στα δεκαοκτώ του ένας Γερμανός ονειρεύεται διακοπές και πάρτι στα νησιά. Τι σας είχε φέρει τότε στο Τολό;

Τελειώνοντας το σχολείο στο Γκλάντμπεκ, μια μικρή πόλη κοντά στο Ντίσελντορφ, ένας καθηγητής μου, που είχε σπουδάσει στην Αθήνα και έκανε συχνά διακοπές στο Τολό, μου πρότεινε να πάω εκεί. Ταξιδέψαμε με έναν φίλο, διασχίσαμε την Ιταλία, πήραμε το πλοίο για Πάτρα και οδηγήσαμε ως το Τολό. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη αντίδραση του πατέρα μου. «Είσαι τελείως τρελός που θα πας στην Ελλάδα με αυτοκίνητο», μου είχε πει. Από τον στενό οικογενειακό μου κύκλο ήμουν ο πρώτος που ήρθα, αλλά, όπως έμαθα χρόνια μετά, υπήρχε και άλλος ένας Δέφνερ στην Ελλάδα, ο διακεκριμένος φιλόλογος, γλωσσολόγος και αρχαιολόγος Μιχαήλ Δέφνερ, με τον οποίο είμαστε μακρινοί συγγενείς. Οι οικογένειές μας έχουν κοινές ρίζες στη Βαυαρία.

Πόσο καθοριστικό ήταν εκείνο το ταξίδι για τη σχέση που αναπτύξατε αργότερα με τη χώρα;

Πάρα πολύ. Σε εκείνο το ταξίδι, το καλοκαίρι του 1993, είχα αισθανθεί ότι βρήκα μια καινούργια οικογένεια, ένα δεύτερο σπίτι. Το Τολό ήταν γεμάτο τουρίστες, οι περισσότεροι Άγγλοι, και ως νέοι που ήμασταν μας άρεσε αυτή η πολυκοσμία. Περισσότερο όμως μας άρεσε που βρισκόμασταν σε έναν τόπο-θαύμα, που διατηρούσε τις παραδόσεις ζωντανές και είχε ανθρώπους ανοιχτούς και φιλόξενους. Είχα γνωρίσει τότε τον Αριστείδη και τη Βαγγελιώ Νιότη, ιδιοκτήτες μιας ψαροταβέρνας στην παραλία. Χάρη σε αυτούς και στα παιδιά τους, που σήμερα διαχειρίζονται την ταβέρνα, αισθάνομαι ότι το Τολό είναι το χωριό μου. Η Βαγγελιώ με πρόσεχε πολύ, έλεγε πάντα «εσύ δεν είσαι Γερμανός αλλά κατά τρία τέταρτα Έλληνας». Με φώναζε «μανάρι μου». Πριν από λίγο καιρό έμαθα τι σημαίνει και χαμογέλασα.

Τα βιβλία σας είναι βιωματικά, βασισμένα στα ταξίδια σας ανά την Ελλάδα. Πώς αντιδρούν οι Έλληνες στην επαρχία ακούγοντας έναν Γερμανό να τους μιλάει άπταιστα ελληνικά;

Οι περισσότεροι παραξενεύονται. Δεν μιλάνε πολλοί Γερμανοί ελληνικά, είναι σπάνιο να μπορεί κάποιος να κάνει κανονική συζήτηση με τους ντόπιους στα χωριά. Οι κάτοικοι χαίρονται πάρα πολύ, μου ανοίγονται εύκολα. Οι Έλληνες είναι ένας λαός ανοιχτός, απολαμβάνουν τις συνομιλίες με αγνώστους, κάτι που δεν συμβαίνει στη Γερμανία. Στην Καστοριά γνώρισα μια παρέα από αγρότες και το ίδιο μεσημέρι βρέθηκα σε μια αποθήκη κοντά στο χωράφι τους να τρώμε και να πίνουμε τσίπουρο σαν φίλοι. Στη Γερμανία μπορεί να σου μιλάνε, αλλά δεν ενδιαφέρονται να σε γνωρίσουν παραπάνω. Αυτές οι διαφορές στις συνήθειες και στον χαρακτήρα των δύο λαών μού αρέσουν πολύ.

Τι άλλο σάς αρέσει και σας γοητεύει στην Ελλάδα;

Η κουζίνα, η μουσική και οι συγγραφείς. Έχω διαβάσει Όμηρο και Λόγγο, μου αρέσει ο Καζαντζάκης, αλλά με ενδιαφέρουν κυρίως οι Έλληνες συγγραφείς της εποχής μας, όπως για παράδειγμα ο Πέτρος Μάρκαρης, με τον οποίο έχουμε γίνει φίλοι και συχνά συναντιόμαστε και συζητάμε περπατώντας. Αυτό που με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή ήταν οι άνθρωποι. Ακόμα και σήμερα με μαγνητίζει το φιλότιμο των Ελλήνων. Είμαι τρελός για την Ελλάδα – αυτό είπα στη γυναίκα μου όταν την πρωτογνώρισα και ευτυχώς την αγαπάει και αυτή.